Ενεργειακές Συμφωνίες Ελλάδας–ΗΠΑ και ανασύνταξη της Ανατολικής Μεσογείου, του Θεόδωρου ΤΣΙΚΑ, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)

  1. Μια στιγμή αναδιάταξης

Οι πρόσφατες Συμφωνίες Ελλάδας-ΗΠΑ συνιστούν, αφενός, απότομη αλλαγή της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής και, αφετέρου, σημαντική συμβολή στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη.

Η χρονική συγκυρία ήταν αποκαλυπτική: τρεις Αμερικανοί υπουργοί κατέφθασαν στην Αθήνα με ατζέντα ενεργειακής αναδιάταξης. Την ίδια ώρα η Παγκόσμια Διάσκεψη για το Κλίμα-COP30 συγκέντρωνε, στην καρδιά του Αμαζονίου της Βραζιλίας, την πλειονότητα της διεθνούς κοινότητας που επιμένει ότι οι εξορύξεις πρέπει να σταματήσουν.

Η Ελλάδα καλείται να παίξει σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα. Ενισχύει τον γεωπολιτικό ρόλο της, αλλά ταυτόχρονα εντάσσεται σε πλέγμα συμμαχιών και απαιτήσεων που προϋποθέτουν μέγιστο βαθμό στρατηγικής προνοητικότητας.

Το διατλαντικό ενεργειακό σύστημα και η ρωσική εξασθένιση

Με ταχύ ρυθμό αναβάθμισης υποδομών, η χώρα μετατρέπεται στον σημαντικότερο νότιο κόμβο πρόσβασης της Ευρώπης στο αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG).

Ο “Κάθετος Διάδρομος από Αλεξανδρούπολη μέχρι Ουκρανία -μέσω Βουλγαρίας, Ρουμανίας, Μολδαβίας- σταδιακά αντικαθιστά τις ρωσικές ροές και εγκαθιδρύει μια νέα, πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Παρά το γεγονός ότι το ρωσικό αέριο υποχωρεί, η Μόσχα εξακολουθεί να έχει εργαλεία για να προκαλέσει αναστάτωση. Η πραγματική απεξάρτηση θα ολοκληρωθεί μόνο όταν η Ευρώπη, όχι μόνο η Ελλάδα, αποκτήσει επαρκή χωρητικότητα, διασυνδεσιμότητα και θεσμική αποφασιστικότητα ώστε να μη μπορεί το ρωσικό αέριο να επανεισέλθει.

  1. Αμερικανική επάνοδος και νέο δόγμα εξορύξεων

Η Ουάσιγκτον επανέρχεται δυναμικά ως ο πιο αποφασιστικός παράγοντας στην Ανατολική Μεσόγειο. Με την επιστροφή Τραμπ, η αμερικανική ενεργειακή πολιτική αποκτά χαρακτηριστικά απρόσμενης συνέχειας: “Drill, baby, drill”, όχι ως σλόγκαν, αλλά ως οδηγός στρατηγικής.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα αναβαθμίζεται, όχι όμως ουδέτερα. Η συνεργασία με τις εταιρείες ExxonMobil στο Ιόνιο και Chevron νότια της Κρήτης, συνδέει άμεσα την ελληνική ενεργειακή πολιτική με τις αμερικανικές προτεραιότητες.

Βέβαια για το Ιόνιο, οι ανακοινώσεις αναφέρουν ότι θα εξεταστεί μέσα στα επόμενα 1-2 χρόνια κατά πόσο θα προχωρήσουν “ερευνητικές” γεωτρήσεις. Οι πιθανότητες να εκτιμηθεί ότι τυχόν μελλοντικές εξορύξεις θα είναι οικονομικά συμφέρουσες, κινούνται στο 15%-18% μόνο.

Ταυτόχρονα, το αμερικανικό ενδιαφέρον για υποθαλάσσιες έρευνες μεταξύ Λιβύης-Κρήτης, αποκτά έντονη πολιτική διάσταση. Η αμερικανική διπλωματία κινήθηκε για διαμεσολάβηση μεταξύ Ελλάδας-Λιβύης και Αιγύπτου-Λιβύης. Από αυτές τις διεργασίες επανήλθε η πρόταση για Διάσκεψη των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου.

Μπορεί οι Συμφωνίες να απελευθερώνουν γεωπολιτική δυναμική, αλλά ενέχουν το ερώτημα: η Ελλάδα αξιοποιεί την ευκαιρία ως αυτόνομος δρων ή μετατρέπεται σε βασικό εργαλείο υλοποίησης της νέας αμερικανικής ενεργειακής γεωστρατηγικής;

Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι εκμετάλλευση σε μη οριοθετημένη υφαλοκρηπίδα δεν επιτρέπεται από το Διεθνές Δίκαιο. Μονομερώς δεν μπορεί να οριοθετηθεί υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) από την Ελλάδα. Απαιτείται συνεννόηση με το κράτος που έχει απέναντι (“αντικείμενες”) ακτές. Η συνεννόηση της Ελλάδας με τη διεθνώς αναγνωρισμένη λιβυκή κυβέρνηση της Τρίπολης, είναι μονόδρομος.

  1. Ευρωπαϊκή “πράσινη” πολιτική

Η ευρωπαϊκή πράσινη πολιτική εμφανίζεται τελευταία να παλινωδεί. Πάντως, παρά την ενεργειακή κρίση λόγω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, την αλλαγή της αμερικανικής ενεργειακής πολιτικής και την ενίσχυση υπερσυντηρητικών και ακροδεξιών δυνάμεων στην Ευρώπη που ζητούν ανατροπή της “πράσινης” μετάβασης, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει στον στόχο: από το 2050 να μην χρησιμοποιεί καθόλου ορυκτά καύσιμα- όχι μόνο άνθρακα και πετρέλαιο, αλλά και φυσικό αέριο.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα κινδυνεύει να εμφανιστεί στους κύκλους της ΕΕ, ως χώρα που επιστρέφει στα ορυκτά καύσιμα. Καθώς η Ανατολική Μεσόγειος θεωρείται “hot spot” της παγκόσμιας κλιματικής κρίσης, η Ελλάδα θα έπρεπε να πρωταγωνιστεί στην προώθηση νέων, “καθαρών” μορφών ενέργειας.

Η Παγκόσμια Διάσκεψη για το Κλίμα-COP30 αναδεικνύει με δραματικό τρόπο το παγκόσμιο χρηματοδοτικό κενό. Οι αναδυόμενες οικονομίες εξακολουθούν να λαμβάνουν μόνο ένα μικρό κλάσμα των αναγκαίων πόρων για την πράσινη μετάβαση. Δημιουργείται έτσι πίεση και για την Ευρώπη, που καλείται να συνδυάσει την αυτονόμηση μέσω ενέργειας και την ευθυγράμμιση με τις πράσινες αρχές της.

  1. Ελλάδα: ούτε υπερδύναμη, ούτε νέο “Ελντοράντο”

Η Ελλάδα κερδίζει θέση σημαντικού κόμβου στη νέα ευρωπαϊκή ασφάλεια, επενδυτικό ενδιαφέρον, αποτρεπτικά οφέλη, στρατηγική ισχύ. Όμως η ίδια δυναμική εμπεριέχει κινδύνους: μακροχρόνια εξάρτηση από αμερικανικό LNG, πιθανή αστάθεια τιμών, περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις, αυξημένη έκθεση σε υβριδικές απειλές.

Εξάλλου, και αν ακόμα προχωρήσουν εξορύξεις σε βάθος χρόνου -με αγνόηση των περιβαλλοντικών κινδύνων, ιδιαιτέρως σε τουριστικές περιοχές- τίθεται ερώτημα: πού θα πωλείται το προϊόν τους, εφόσον η Ευρώπη τείνει να εγκαταλείψει την χρήση τους ;

Το ζητούμενο είναι να αντιληφθούμε ότι η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική συνεκτικότητα και βαθιά κατανόηση της ευρωπαϊκής κανονιστικής πραγματικότητας.

  1. Η Ανατολική Μεσόγειος αλλάζει μπροστά στα μάτια μας

Η περιοχή μεταξύ Κύπρου, Ισραήλ, Κρήτης και Λιβύης εισέρχεται σε περίοδο εντυπωσιακής κινητικότητας.

Η διακίνηση φυσικού αερίου, ηλεκτρισμού, υδρογόνου κ.α, από Μέση Ανατολή, Περσικό Κόλπο, Αραβική Θάλασσα και Βόρεια Αφρική προς Ευρώπη, γίνεται μέσω Ανατολικής Μεσογείου. Ειδικά μετά το “πάγωμα” της ρωσικής ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία.

Η μελλοντική προοπτική για έναν διάδρομο” οικονομίας, εμπορίου, ενέργειας και ηλεκτρονικών δεδομένων (data) Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης (IMEC) θα καταστήσει την περιοχή στρατηγικό κρίκο ενός νέου συστήματος.

Αυτά δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν, αν δεν ρυθμιστούν υπάρχουσες διενέξεις, διαφορές μεταξύ χωρών της περιοχής και αλληλοεπικαλυπτόμενες διεκδικήσεις για ΑΟΖ.

Η διευθέτηση της σύγκρουσης στη Γάζα, η διεθνής στήριξη στην ομαλοποίηση της κατάστασης στη Συρία, η οριοθέτηση ΑΟΖ Λιβάνου-Ισραήλ με αμερικανική διαμεσολάβηση, καθώς και η προσπάθεια επέκτασης των “Συμφωνιών του Αβραάμ” για προσέγγιση και διπλωματική αλληλοαναγνώριση Ισραήλ- μετριοπαθών αραβικών χωρών (με βασικό ζητούμενο τη συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας), αποσκοπούν και στην υλοποίηση των προαναφερθέντων σχεδίων.

  1. Κλείσιμο ενός κύκλου και άνοιγμα νέου: Τουρκία και επόμενη μέρα

Η αμερικανική πολιτική θα δώσει ρόλο σε όλες τις βασικές χώρες της περιοχής. Η Τουρκία, ως χώρα με τη μεγαλύτερη ηπειρωτική ακτογραμμή στην Ανατολική Μεσόγειο και αυξημένο γεωπολιτικό βάρος, θα έχει θέση και λόγο στις διευθετήσεις.

Δεν νοείται οι ελληνοτουρκικές διαφορές στο Αιγαίο και το άλυτο Κυπριακό, να δημιουργούν προβλήματα στην ομαλή υλοποίηση των σχεδιασμών. Η ανάγκη για ασφάλεια, τόσο της ενεργειακής τροφοδοσίας, όσο και των μεγάλων επενδύσεων που θα απαιτηθούν, θα “επιβάλλει” λύσεις.

Οι εμπλεκόμενες πλευρές οφείλουν να αναλάβουν άμεσα πρωτοβουλίες για επίλυση των διαφορών τους, μέσω απευθείας διαπραγματεύσεων ή/και μέσω κοινής προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Να επιδείξουν πολιτική βούληση για εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτών και επωφελών λύσεων. Αν δεν το πράξουν συνεχίζοντας την πρακτική της ακινησίας, θα παρέμβουν εξωτερικοί παράγοντες για να ωθήσουν προς κάποιες ρυθμίσεις.

Απαιτείται η επιτάχυνση του ελληνοτουρκικού διαλόγου και η συζήτηση του “σκληρού πυρήνα” των διαφορών, όχι μόνο των εύκολων θεμάτων. Αντιστοίχως, πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο το αυξημένο ενδιαφέρον του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για το Κυπριακό και η εκλογή νέου Τουρκοκύπριου ηγέτη, που τάσσεται υπέρ ομοσπονδιακής λύσης, ώστε να βρεθεί συμφωνία στα λίγα ζητήματα που απομένουν.

Η ηλεκτρική διασύνδεση με το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου (Great Sea InterconnectorGSI), δεν μπορεί να προχωρήσει δίχως οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών Ελλάδας-Τουρκίας ή χωρίς άτυπη συνεννόηση μεταξύ ελληνικής και τουρκικής κυβέρνησης. Αλλά και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει οριοθετήσει ΑΟΖ με την Τουρκία. Οι δύο χώρες δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις λόγω του Κυπριακού.

Το σχήμα 3+1 Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και ΗΠΑ, προς το παρόν παραμένει σε επίπεδο διακηρύξεων. Για την Ελλάδα, είναι κρίσιμο να μην εγκλωβιστεί στη λογική ότι η επιτυχία της προϋποθέτει αποκλεισμό της Τουρκίας. Ο στόχος είναι μια αρχιτεκτονική σταθερότητας. όπου η Αθήνα αξιοποιεί τα παράθυρα ευκαιρίας που ανοίγουν, χωρίς να εισέρχεται σε λογική μηδενικού αθροίσματος.

Αν η Ελλάδα καταφέρει να διατηρήσει αυτό το δύσκολο ισοζύγιο, τότε οι εξελίξεις μπορεί πραγματικά να διαμορφώσουν μια win–win συνθήκη για τη συνολική σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή