Έκκληση GDAMS/Global Days of Action on Military Spending 2026 · Ένα κάλεσμα του Διεθνούς Γραφείου ΕΙΡΗΝΗΣ για δράση ενάντια στην παγκόσμια στρατιωτικοποίηση

Το παγκόσμιο τοπίο ασφάλειας έχει επιδεινωθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια: ο αριθμός των πολέμων και των βίαιων ένοπλων συγκρούσεων που βρίσκονται σήμερα σε εξέλιξη είναι ο μεγαλύτερος από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ξεσπώντας σε όλο τον κόσμο και εμπλέκοντας έναν πρωτοφανή αριθμό κρατών και δρώντων. Από τη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, το Σουδάν και τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, έως την Ουκρανία, τη Βενεζουέλα, το Ιράν και πέραν αυτών, τα επίπεδα βίας, ο πόνος των αμάχων και οι παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου έχουν φτάσει σε αποτρόπαια ύψη, συμπεριλαμβανομένης της διάπραξης γενοκτονιών.
Αυτή η αύξηση των συγκρούσεων και της βίας δεν είναι ούτε τυχαία ούτε αναπόφευκτη· αντανακλά μια ευρύτερη αναβίωση του ιμπεριαλισμού και της στρατιωτικοποίησης, με πρωτοστάτη τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η ωμή δύναμη, η στρατιωτική ισχύς και ο εξαναγκασμός έχουν καταστεί κυρίαρχα εργαλεία των διεθνών σχέσεων. Ισχυρά κράτη και περιφερειακοί δρώντες συνεχίζουν να τροφοδοτούν τους πολέμους – όχι μόνο μέσω άμεσης επέμβασης αλλά και μέσω εκτεταμένων μεταφορών όπλων, στρατηγικών συμμαχιών και γεωπολιτικού ανταγωνισμού – δίνοντας προτεραιότητα σε στενά συμφέροντα αντί για την ανθρώπινη ασφάλεια και την ειρήνη. Τα κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα έχουν επανεκκινήσει μια νέα και επιταχυνόμενη κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών, με χώρες να διαμορφώνουν ανοιχτά την εξωτερική τους πολιτική γύρω από το πιο απάνθρωπο όπλο που δημιουργήθηκε ποτέ. Παράλληλα, η διάδοση νέων στρατιωτικών τεχνολογιών – από τα drones και την τεχνητή νοημοσύνη έως τα διαστημικά και ηχητικά όπλα που πλέον δοκιμάζονται στο πεδίο της μάχης – έχει επιταχύνει μια νέα κούρσα εξοπλισμών χωρίς διεθνείς συμφωνίες ή περιορισμούς στη χρήση τους.
Το αποτέλεσμα είναι μια κατακερματισμένη παγκόσμια τάξη, στην οποία το διεθνές δίκαιο και οι πολυμερείς θεσμοί δυσκολεύονται να περιορίσουν τη βία και να υπερασπιστούν βασικούς κανόνες. Οι άμαχοι υφίστανται το μεγαλύτερο βάρος αυτής της παγκόσμιας στρατιωτικοποίησης, ενώ τα συστήματα που έχουν σχεδιαστεί για να αποτρέπουν φρικαλεότητες και να διαχειρίζονται συγκρούσεις – ιδίως τα Ηνωμένα Έθνη – υπονομεύονται ολοένα και περισσότερο από διπλά πρότυπα, αδύναμη εφαρμογή κανόνων, περικοπές χρηματοδότησης, περιφρόνηση υφιστάμενων συνθηκών και τη διάχυτη επιρροή της πολεμικής κερδοσκοπίας.
Η Γάζα αποτελεί το πιο ορατό και αποτρόπαιο παράδειγμα εφαρμογής αυτού του παραδείγματος, όπου πλέον βρισκόμαστε δυόμισι χρόνια μέσα στην πρώτη γενοκτονία στην ανθρώπινη ιστορία που μεταδίδεται ζωντανά, ενώ η ατιμωρησία του Ισραήλ και η στήριξή του από τη Δύση παραμένουν, ως επί το πλείστον, αδιαμφισβήτητες/ανεκτές.
Αυτή η νέα παγκόσμια ανασφάλεια τροφοδοτείται από τη διαρκώς αυξανόμενη παγκόσμια στρατιωτική δαπάνη. Τα συνεχώς αυξανόμενα ρεκόρ στρατιωτικών δαπανών αυξάνουν τον κίνδυνο συγκρούσεων χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι παγκόσμιες προκλήσεις που αποτελούν πραγματικές απειλές για τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, όπως η επιταχυνόμενη κλιματική κρίση, η αυξανόμενη ανισότητα ή η χρόνια υποχρηματοδότηση βασικών δημόσιων υπηρεσιών. Αυτό αποκαλύπτει μια κραυγαλέα αναντιστοιχία προτεραιοτήτων: ολοένα περισσότερα χρήματα για όπλα και ολοένα λιγότερα για την ανθρώπινη ασφάλεια, την κλιματική δράση, την αναπτυξιακή βοήθεια, την υγεία, αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας, τη στέγαση, την εκπαίδευση και τις δημόσιες υποδομές. Ενώ οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν κρίση κόστους ζωής με αυξανόμενο πληθωρισμό και συρικνούμενο κοινωνικό κράτος που επιβαρύνει κυρίως την εργατική τάξη, η κλιμακούμενη στρατιωτικοποίηση και οι στρατιωτικές δαπάνες – που συχνά δικαιολογούνται στο όνομα της ασφάλειας – αποσπούν πόρους από την ειρηνική ανάπτυξη που προσφέρει στους ανθρώπους ουσιαστική εργασία, αξιοπρέπεια και ασφάλεια.
Ο πόλεμος δεν φέρνει ασφάλεια, ούτε στο εξωτερικό ούτε στο εσωτερικό. Αντίθετα, οι συνέπειές του επιστρέφουν στο εσωτερικό των ιδιαίτερα στρατιωτικοποιημένων χωρών, εκδηλώνονται με αυταρχισμό, καταστολή, εντατικοποίηση της επιτήρησης, απώλεια δημοκρατικών ελευθεριών, στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας και περικοπές ζωτικών δημόσιων υπηρεσιών, δημιουργώντας έτσι νέες μορφές ανασφάλειας.
Τροφοδοτούμενη από αυτές τις τάσεις, η άκρα δεξιά ενισχύεται και προωθεί ολοένα πιο επιθετικούς και ανοιχτά υπεροπτικούς λόγους και πολιτικές, στοχοποιώντας ακριβώς εκείνους που πλήττονται περισσότερο από αυτές τις εξελίξεις και ενισχύοντας ένα κλίμα φόβου, το οποίο με τη σειρά του ανοίγει τον δρόμο για ακόμη μεγαλύτερη στρατιωτικοποίηση και «μέτρων ασφάλειας».
Την ίδια στιγμή, η επιταχυνόμενη στρατιωτικοποίηση αναβιώνει και επεκτείνει τη στρατιωτική θητεία και τη στρατολόγηση, οδηγώντας τους νέους σε συστήματα πολέμου αντί να επενδύει στην εκπαίδευση, την εργασία και τις μελλοντικές τους προοπτικές.
Επιπλέον, η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών επιδεινώνει την κλιματική κρίση, η οποία, μαζί με την απειλή πυρηνικού πολέμου, αποτελεί υπαρξιακή απειλή για την ανθρωπότητα και τον πλανήτη. Οι ένοπλες δυνάμεις συμβάλλουν σημαντικά στις παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση των εξορυκτικών μοντέλων ανάπτυξης και στην προστασία των συμφερόντων των πολυεθνικών εταιρειών. Κάθε αύξηση των στρατιωτικών προϋπολογισμών σημαίνει λιγότερους πόρους για επείγουσα δράση για το κλίμα. Παρ’ όλα αυτά, ενώ αποτελεί μέρος του προβλήματος, η στρατιωτικοποίηση παρουσιάζεται ως η προτιμώμενη λύση των παγκόσμιων οικονομικών και πολιτικών ελίτ. Επιπλέον, αυτό το παράδειγμα διαβρώνει την εμπιστοσύνη μεταξύ των χωρών, υπονομεύοντας τη συλλογική προσπάθεια που απαιτεί η περιβαλλοντική κρίση.
Όλα αυτά θέτουν το ερώτημα: πώς οι περαιτέρω αυξήσεις στις στρατιωτικές δαπάνες θα μας κάνουν ασφαλέστερους; Αυτές οι στρατιωτικοποιημένες πολιτικές έχουν δοκιμαστεί επανειλημμένα και το αποτέλεσμα ήταν πάντοτε πόλεμος, καταστολή και δυσπιστία. Πώς είναι δυνατόν να αναμένουμε διαφορετικό αποτέλεσμα κάνοντας το ίδιο;
Η απάντησή μας είναι σαφής, και γι’ αυτό:
  • Καλούμε τις κυβερνήσεις να προχωρήσουν σε σημαντικές μειώσεις των στρατιωτικών δαπανών τους και να ανακατευθύνουν αυτούς τους πόρους προς κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς τομείς, αντιμετωπίζοντας τις παγκόσμιες προκλήσεις της εποχής μας και χρηματοδοτώντας την ανθρώπινη ασφάλεια.
  • Καλούμε για επείγον παγκόσμιο αφοπλισμό, για μείωση των πυρηνικών οπλοστασίων και των κονδυλίων που τους διατίθενται, για παύση του εμπορίου όπλων και για διακοπή των αποστολών όπλων σε χώρες που εμπλέκονται σε συγκρούσεις, σε περιφερειακή αστάθεια ή παραβιάζουν συστηματικά τα ανθρώπινα δικαιώματα και το διεθνές δίκαιο. Απαιτούμε οι κυβερνήσεις να θέσουν την ειρήνη και τη δικαιοσύνη πάνω από τα εταιρικά κέρδη από την παραγωγή και το εμπόριο όπλων.
  • Τονίζουμε την ανάγκη ανάπτυξης νέων και αποτελεσματικών διεθνών και περιφερειακών πλαισίων ασφάλειας, βασισμένων στις αρχές της κοινής ασφάλειας, της ανθρώπινης ασφάλειας, του αφοπλισμού και της παγκόσμιας δικαιοσύνης. Απαιτούμε από τις κυβερνήσεις να δώσουν προτεραιότητα σε συνεργατικές και διπλωματικές λύσεις, να δεσμευτούν στη διαπραγμάτευση και την πολυμέρεια, να τηρούν το διεθνές δίκαιο και τις συνθήκες αφοπλισμού και να αναζωογονήσουν και να μεταρρυθμίσουν το σύστημα επίλυσης συγκρούσεων των Ηνωμένων Εθνών. Προτρέπουμε επίσης τη σύγκληση μιας Τέταρτης Ειδικής Συνόδου για τον Αφοπλισμό στα Ηνωμένα Έθνη, όπως συμφωνήθηκε ομόφωνα στο «Σύμφωνο για το Μέλλον».
  • Ενθαρρύνουμε την κοινωνία των πολιτών, σε τοπικό, εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο, να ενώσει τις δυνάμεις της και να αμφισβητήσει την αυξανόμενη τάση στρατιωτικών δαπανών, να ενισχύσει το παγκόσμιο κίνημα για ειρήνη και δικαιοσύνη και να αντιμετωπίσει τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων που επιχειρούν να δικαιολογήσουν τον αδιάκοπο μιλιταρισμό στο όνομα της ασφάλειας.
Υπογράψτε αυτή την έκκληση (μόνο για οργανώσεις)

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή