
Η Ένωση Ευρωπαίων Φεντεραλιστών καταδικάζει την επίθεση κατά της Βενεζουέλας και την πρωτοφανή απαγωγή του Προέδρου της στις 3 Ιανουαρίου 2026, που πραγματοποιήθηκε από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών υπό τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Παρά τον αυταρχικό και παράνομο χαρακτήρα του καθεστώτος του Νικολάς Μαδούρο, η πράξη αυτή συνιστά σοβαρή παραβίαση του διεθνούς δικαίου και της πολυμερούς διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες.
Οι ΗΠΑ παραβίασαν ξεκάθαρα τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, ο οποίος στο Άρθρο 2 ορίζει ότι «Όλα τα Μέλη οφείλουν να απέχουν στις διεθνείς τους σχέσεις από την απειλή ή τη χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους, ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ασύμβατο με τους Σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών». Ο Χάρτης του ΟΗΕ προβλέπει διαφορετικούς μηχανισμούς για την πρόληψη συγκρούσεων ή ακόμη και για την εντολή χρήσης βίας από τα κράτη-μέλη, προκειμένου να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια βάσει του Κεφαλαίου VII. Η αμερικανική κυβέρνηση επέλεξε να μην επιχειρήσει καν να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που προσφέρει ο διεθνής οργανισμός που η ίδια ίδρυσε το 1945 στο Σαν Φρανσίσκο. Η κυβέρνηση Τραμπ επιδεικνύει πλήρη περιφρόνηση προς μια παγκόσμια ρύθμιση των συγκρούσεων και των πολέμων, όπου οι λαοί είναι πάντοτε τα θύματα της βούλησης λίγων.
Ως εκ τούτου, η πράξη αυτή θα έπρεπε να είχε καταδικαστεί απερίφραστα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη-μέλη της. Αυτό δεν έχει συμβεί μέχρι σήμερα, γεγονός που αναδεικνύει την αδυναμία που απορρέει από τη διαίρεση των Ευρωπαίων και την ανικανότητα που προκύπτει όταν δρουν στη διεθνή σκηνή με βάση αποκλειστικά το εθνικό τους συμφέρον. Με εξαίρεση την Ισπανία, οι Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν σε μεγάλο βαθμό παραμείνει σιωπηλοί. Η σιωπή αυτή δεν είναι τυχαία. Αντανακλά, αφενός, μια εσφαλμένη ταύτιση της θεμιτής κριτικής προς το καθεστώς Μαδούρο με τις αρχές του διεθνούς δικαίου· και αφετέρου, και πιο σοβαρά, μια απροθυμία να αντιπαρατεθούν στον Πρόεδρο Τραμπ.
Πέρα από την ίδια την περίπτωση της Βενεζουέλας —την οποία η αμερικανική κυβέρνηση φαίνεται να προτίθεται να διαχειριστεί μονομερώς ως αποικιακή δύναμη, χωρίς καν να εμπλέξει τη δημοκρατική αντιπολίτευση και με προφανή στόχο τον έλεγχο των πετρελαϊκών πόρων— οι παγκόσμιες συνέπειες αυτής της ενέργειας είναι βαθύτατες. Αποτελεί ένα ακόμη βήμα στην ιμπεριαλιστική διολίσθηση της Ουάσιγκτον, ήδη ορατή στις ρητές εδαφικές φιλοδοξίες έναντι του Καναδά, του Παναμά και της Γροιλανδίας, καθώς και στην κανονικοποίηση της βίας ως εργαλείου επίλυσης διεθνών διαφορών, μετά τις προηγούμενες στρατιωτικές ενέργειες στο Ιράν και τη Νιγηρία. Ο Τραμπ έχει ήδη υπαινιχθεί παρόμοιες κινήσεις έναντι της Κούβας και της Κολομβίας.
Μια τέτοια συμπεριφορά παγιώνει τη στρατηγική διαμοιρασμού του κόσμου μεταξύ μεγάλων αυταρχικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Ταυτόχρονα, νομιμοποιεί πολέμους επιθετικότητας που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, όπως της Ρωσίας, και ενθαρρύνει εκείνους που ενδέχεται να σχεδιαστούν, όπως μια πιθανή κινεζική κίνηση κατά της Ταϊβάν, φέρνοντας τον κόσμο πιο κοντά στο πολιτικό χάος και σε έναν νέο καταστροφικό παγκόσμιο πόλεμο.
Καθώς πλησιάζει η πρώτη επέτειος της επιστροφής του Προέδρου Τραμπ στην εξουσία, η Ευρώπη οφείλει επειγόντως να αντλήσει ορισμένα διδάγματα:
Πρώτον, ο Πρόεδρος Τραμπ πρέπει να λαμβάνεται πάντοτε σοβαρά. Αυτό ισχύει τόσο για τις δημόσιες δηλώσεις του όσο και για επίσημα έγγραφα, όπως η Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας των ΗΠΑ του Δεκεμβρίου 2025. Η αντίληψή του περί εξουσίας, ριζωμένη σε μια λογική που θυμίζει τον Καρλ Σμιτ, δεν αναγνωρίζει ηθικά ή νομικά όρια. Δρα από θέση κυριαρχίας, πλήρως συνειδητός ότι κρατά το μεγαλύτερο «ραβδί», και το χρησιμοποιεί συστηματικά —είτε μέσω στρατιωτικών απειλών είτε μέσω οικονομικού εξαναγκασμού— ως αφετηρία κάθε διαπραγμάτευσης, με στόχο την απόσπαση της μέγιστης δυνατής υποχώρησης και υποταγής. Αυτή η προσέγγιση έχει ήδη εφαρμοστεί με επιτυχία έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα των εμπορικών σχέσεων. Κάθε προσποίηση ότι οι ενέργειές του καθοδηγούνται από δημοκρατικές αρχές είναι ψευδαίσθηση.
Δεύτερον, η αδυναμία απέναντι στην κατάχρηση εξουσίας ενθαρρύνει μόνο περαιτέρω κατάχρηση. Ο κατευνασμός δεν λειτουργεί —ούτε στις ανθρώπινες σχέσεις ούτε στη διεθνή πολιτική. Δεν λειτούργησε με τον Χίτλερ και δεν θα λειτουργήσει με τον Πούτιν ή τον Τραμπ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να καταστεί σεβαστή, να επαναβεβαιώσει τη δέσμευσή της σε μια διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες και να αρνηθεί την αποδοχή τετελεσμένων που επιβάλλονται δια της βίας. Αυτό απαιτεί τη σύναψη νέων συμμαχιών για την οργάνωση της αντίστασης, μεταξύ άλλων με τη Mercosur —πιο επίκαιρη από ποτέ— την Αφρικανική Ένωση, την ASEAN, την Ιαπωνία, τον Καναδά, την Αυστραλία κ.ά., καθώς και την άμεση εκκίνηση μιας διαδικασίας πολιτικής ενοποίησης ομοσπονδιακού τύπου, παράλληλα με τη δημιουργία ευρωπαϊκής αμυντικής ικανότητας ανεξάρτητης από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αυτή η πορεία ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις προτάσεις της ανανεωμένης Επιτροπής Δράσης για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, που συγκεντρώνει προσωπικότητες όπως οι Ενρίκο Λέττα, Ντανούτα Χούμπνερ, Ζοζέπ Μπορέλ, Ιζαμπέλ Ντιράν, Γκι Φερχόφστατ, Ντομένικ Ρουίθ Ντεβέσα, Γκαμπριέλε Μπίσοφ, Πασκάλ Λαμί, Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ και πολλούς άλλους. Πρέπει να προωθηθεί από εκείνα τα κράτη-μέλη που είναι πρόθυμα να το πράξουν. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες που εκδηλώνουν ανοιχτά συμπάθεια προς τον Πούτιν ή τον Τραμπ οφείλουν να μείνουν εκτός αυτής της διαδικασίας.
Τρίτον, η φιλοδοξία του Προέδρου Τραμπ να εγκαθιδρύσει πολιτική, οικονομική, τεχνολογική και πολιτιστική ηγεμονία εκτείνεται ρητά στο λεγόμενο «Δυτικό Ημισφαίριο», σύμφωνα με ενα ανανεωμένο Δόγμα Μονρόε. Περιλαμβάνει όχι μόνο την αμερικανική ήπειρο, αλλά και τη Γροιλανδία —μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω της Δανίας— καθώς και μεγάλο μέρος της Ευρώπης, της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και τμήματα του Ειρηνικού. Ο Τραμπ φαίνεται να αναγνωρίζει μόνο δύο υλικούς περιορισμούς στις φιλοδοξίες του: τη Ρωσία του Πούτιν και την Κίνα του Σι Τζινπίνγκ, και οι δύο μεγάλες πυρηνικές δυνάμεις, στις οποίες αποδίδεται de facto ελευθερία δράσης στις αντίστοιχες «σφαίρες επιρροής» τους, υπό την προϋπόθεση να μην παρεμβαίνουν στη δική του —τη μεγαλύτερη από τις τρεις.
Τα κράτη-μέλη της ΕΕ πρέπει να επιλέξουν μεταξύ της ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της μετατροπής τους σε πλήρεις υποτελείς των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως ήδη είναι εν μέρει γίνεται μέσω της εξάρτησης από το ΝΑΤΟ. Σε ένα τέτοιο σενάριο, ο Πρόεδρος Τραμπ θα καθίστατο ουσιαστικά δικτάτορας της Δύσης —ικανός να επιβάλλει τη βούλησή του, ή ακόμη και τις ιδιοτροπίες του, σε μισό κόσμο, από το Σαν Φρανσίσκο έως το Σίδνεϊ, χωρίς ουσιαστικό αντίβαρο.
Η Ένωση Ευρωπαίων Φεντεραλιστών καλεί, επομένως, τους Ευρωπαίους ηγέτες, τα κοινοβούλια και τους πολίτες να αναγνωρίσουν τη σοβαρότητα της στιγμής και να ενεργήσουν αναλόγως. Απέναντι στον ιμπεριαλισμό, η Ευρώπη οφείλει επειγόντως να τερματίσει τις στρατηγικές της εξαρτήσεις και να διακηρύξει την ανεξαρτησία της. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Ευρώπη πρέπει να αντιδράσει, αλλά πότε. Τι άλλο πρέπει να συμβεί για να κατανοήσουν οι ευρωπαϊκές ελίτ τον κίνδυνο που αντιμετωπίζουμε; Οι Ευρωπαίοι πολίτες τάσσονται συντριπτικά υπέρ ενός ευρωπαϊκού στρατού και μιας ευρωπαϊκής διπλωματίας, και αυτά μπορούν να δημιουργηθούν μόνο με την ένωση σε μια ομοσπονδία που θα σώσει τον δημοκρατικό μας τρόπο ζωής, την ειρήνη και την ελευθερία, σεβόμενη ταυτόχρονα την αυτονομία των κρατών-μελών της.
Ως Ευρωπαίοι, γνωρίζουμε ίσως περισσότερο από άλλους το κόστος των ολοκληρωτικών περιπετειών. Η ήπειρός μας έχει ερημωθεί επανειλημμένως με τίμημα την εξόντωση ολόκληρων γενεών. Είχαμε αντλήσει τα διδάγματα του παρελθόντος, κατανοώντας ότι οι αυταρχικοί ηγέτες που ωθούν προς τον πόλεμο το πράττουν προς ίδιον όφελος και όχι προς όφελος των λαών που χρησιμοποιούν για να υλοποιήσουν το σχέδιο ισχύος και καταστροφής τους. Είναι, λοιπόν, ιστορικό μας καθήκον ως ευρωπαϊκών λαών να ενωθούμε επιτέλους σε μια Ευρωπαική Ομοσπονδία, για να κρατήσουμε αυτή τη φλόγα και την ευθύνη ζωντανές, ώστε ο κόσμος να μη βυθιστεί ξανά στα σκοτάδια της αποκάλυψης.
Βρυξέλλες, 6 Ιανουαρίου 2026
Ντομένικ Ρουίθ Ντεβέσα
Πρόεδρος της UEF και Ευρωβουλευτής 2019–2024
Ματίλντ Μποντουέν
Γενική Γραμματέας της UEF
